Ο Ιπτάμενος από την Μάντοβα…
Ο Tazio Giorgio Nuvolari, γεννήθηκε στις 16 Νοεμβρίου του 1892 στο Castel d’ Ario στην Ιταλία. Ήταν Ιταλός οδηγός αυτοκινήτων αγώνων ταχύτητας. Ξεκίνησε την καριέρα του οδηγώντας μοτοσικλέτες από το 1920 έως το 1930, ενώ από το 1921 έως και το 1950 οδηγούσε αγωνιστικά αυτοκίνητα που ήταν η μεγάλη του αγάπη…

Οι αγώνες είναι συνυφασμένοι με τον κίνδυνο. Οι καλύτεροι πιλότοι συχνά κινούνται κοντά στο απόλυτο όριο της ταχύτητας και του κινδύνου. Μια «χούφτα» από αυτούς ξεχώρισαν ως κορυφαίοι επειδή πολλές φορές άγγιξαν αυτό το όριο. Για έναν όμως δεν υπήρχε όριο… Όταν έφτανε μπροστά σε αυτό που οι άλλοι νόμιζαν ότι είναι το όριο, το έσπρωχνε κι αυτό υποχωρούσε! Γιατί, τίποτα δεν μπορούσε να μείνει μπροστά από τον Tazio Nuvolari…

Η ευκαιρία για εργοστασιακή συμμετοχή ήρθε στις 26 Αυγούστου του 1925, λίγο πριν από τον αγώνα της Μόντσα, όπου η Alfa Romeo έψαχνε τον αντικαταστάτη του Antonio Ascari που είχε χάσει τη ζωή του νωρίτερα, στο γαλλικό GP. Ο αρχιμηχανικός Vitorio Tzano, έφερε στη Μόντσα τις P2 και ο 33χρονος Tazio ξεκίνησε για τους γύρους που μπορούσαν να του αλλάξουν τη ζωή…

Στον δεύτερο γύρο πλησίασε το ρεκόρ της πίστας, στον τρίτο κατέβασε κι άλλο, στον τέταρτο το ίδιο. Στον πέμπτο το κιβώτιο δεν άκουσε σ’ ένα κατέβασμα κι ο Nuvolari βρέθηκε να στρίβει με νεκρά. Η P2 έγειρε, γύρισε ανάποδα, και ο οδηγός πετάχτηκε προς το απέναντι συρματόπλεγμα, το οποίο λειτούργησε «σαν σφεντόνα» και τον πέταξε στην άλλη μεριά της πίστας. Όταν τον βρήκαν ήταν αναίσθητος και αιμορραγούσε. Πίστευαν ότι πέθανε. Τους διέψευσε!
Τυλιγμένος στους γύψους, με τραύματα σε όλο του το σώμα, στο κρεβάτι του νοσοκομείου, δήλωσε συμμετοχή για το GP μοτοσυκλετών στις 13 Σεπτεμβρίου, πάλι στη Μόντσα. Και πήγε!
Την παραμονή του έσπασαν τους γύψους και τον έντυσαν με σκληρούς δερμάτινους νάρθηκες, από το υλικό που φτιάχνονται οι σέλες των αλόγων. Τον έστησαν πάνω στην Bianchi, τον έσπρωξαν για να βάλουν μπρος και έτσι ξεκίνησε για τον αγώνα των δυόμιση ωρών. Κέρδισε (!) και όταν έφτασε στα πιτ λίγο έλειψε να πέσει, αφού οι μηχανικοί πανηγύριζαν και είχαν ξεχάσει ότι δεν μπορούσε να κατεβάσει τα πόδια του κι ότι έπρεπε να τον στηρίξουν!

Ολόκληρη η Ιταλία παραληρούσε για το κατόρθωμα του. Είχε ήδη αρχίσει το ταξίδι στη σφαίρα του θρύλου. Όμως η πόρτα της Alfa έκλεισε και πέρασαν πέντε χρόνια για να τον ξανακαλέσουν. Όταν αυτό έγινε, του έδωσαν τότε μία 1750 για το Mille Miglia , τον αγώνα των 1600 χιλιομέτρων, που ξεκινούσε μεσημέρι Σαββάτου από την Brescia, κατέβαινε προς τη Ρώμη και ύστερα ανέβαινε τερματίζοντας πριν από το χάραμα της Κυριακής, πάλι στην Brescia.

Νίκησε με μια κίνηση που πέρασε στην Ιστορία: Λίγο πριν από τον τερματισμό έφτασε πίσω από την προπορευόμενη Alfa του Achille Varzi. Για τον Nuvolari, ο Varzi ήταν ο αιώνιος αντίπαλος, ό,τι ήταν ο Prost για τον Senna. Έσβησε λοιπόν τα φώτα για να μην τον αντιληφθεί και οδηγώντας στα τυφλά, τον έφτασε και τον προσπέρασε!

Μετά το Mille Miglia, σε όποια ομάδα υπέγραφε συμβόλαιο ο Varzi έθετε όρο να μην έρθει σ’ αυτή ο άσπονδος φίλος του! Η νίκη αλλά και ο τρόπος με τον οποίο έφτασε σ’ αυτήν, απογείωσαν την φήμη του Μαντοβάνου πιλότου. Έγινε πλέον η σημαία της Alfa Romeo…

Την ίδια εποχή ένας πρώην οδηγός της Alfa έστηνε μια ομάδα που αναλάμβανε την προετοιμασία και συμμετοχή των Alfa Romeo στους αγώνες. Το μικρό του όνομα ήταν Έντζο και έδωσε στην ομάδα το επώνυμό του… την βάφτισε Scuderia Ferrari. Έτσι οι αγωνιστικές Alfa, βαμμένες πάντα στο κόκκινο-βιολετί τους χρώμα, απέκτησαν για σήμα τους μια κίτρινη ασπίδα με ένα μαύρο αλογάκι και τα αρχικά SF!

Τον πρώτο του αγώνα τον κέρδισε στη Βερόνα στις 20 Μαρτίου του 1921. Μετά τη νίκη του στον αγώνα «Targa Florio» αφιερώθηκε αποκλειστικά στα αυτοκίνητα. Το 1932 κέρδισε τα Γκραν Πρι του Μονακό, της Γαλλίας και της Ιταλίας, ενώ τo 1933 το βέλγικο και το βρετανικό στο Donington. Το 1935 το γερμανικό, το 1936 το ουγγρικό και το 1938 πάλι το ιταλικό. Ο θρύλος του γιγαντώθηκε μετά από νίκη που κατέκτησε απέναντι στα παντοδύναμα τότε γερμανικά αυτοκίνητα στο γερμανικό Γκραν Πρι του 1935, στην παλαιά πίστα του Nurburgring των 22 χλμ.

Τον αγώνα παρακολουθούσαν 300.000 θεατές! Ο Nuvolari πέτυχε τη νίκη του οδηγώντας μια Alfa Romeo P3 που διέθετε κινητήρα με τουλάχιστον 100 ίππους λιγότερους από τα αντίστοιχα γερμανικά Auto Union και Mercedes Benz. Ο Φέρντιναντ Πόρσε τον είχε αποκαλέσει τότε τον «μεγαλύτερο οδηγό του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος», ενώ ο Έντσο Φερράρι είχε αναφέρει πως είναι ο καλύτερος οδηγός που έχει οδηγήσει για την ομάδα του. Σε αυτή την κατηγορία πρόσθεσε λίγα χρόνια αργότερα και τον Gilles Villeneuve, χαρακτηρίζοντάς τον ως τον «μεταπολεμικό Tazio Nuvolari»!

Γνωστός για το σθένος και την ταχύτητά του, ο Nuvolari κάποτε τροποποίησε την Maserati του για να χωρέσει ένα πόδι σε γύψο, επιτρέποντάς του να αγωνιστεί μόλις ένα μήνα αφότου το έσπασε σε ένα ατύχημα. Απεβίωσε σαν σήμερα στις 11 Αυγούστου 1953, σε ηλικία 60 ετών από εγκεφαλικό επεισόδιο.

Σε έναν συγκινητικό φόρο τιμής, οι Alberto Ascari, Luigi Villoresi και Juan Manuel Fangio έσπρωξαν το φέρετρό του σε ένα σασί αυτοκινήτου κατά τη διάρκεια της κηδείας, με όλη την Ιταλία να θρηνεί την απώλειά του. Συμμετείχε σε 150 συνολικά αγώνες, 24 Γκραν Πρι, πέντε Κόπα Τσιάνο, δύο Mille Miglia, δύο Targa Florio, δύο Τρόπαια RAC, έναν αγώνα 24 ωρών του Le Mans και ένα Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα σε αγώνες Grand Prix.
Υ.Γ.: Οι πληροφορίες προέρχονται από το Museo Tazio Nuvolari.


