full screen background image
Search
Δευτέρα 28 Μάιος 2018
  • :
  • :

…Είχα ξεχάσει…

Ήταν ένας κακός χειμώνας. Όχι επειδή έκανε κρύο, δεν έκανε σχεδόν καθόλου (άλλωστε ως γνωστόν δεν κάνει κρύο στην Ελλάδα), αλλά επειδή δεν βγήκα αρκετά έξω φέτος. Θες επειδή δεν είχα σωστό πίσω διαφορικό, θες επειδή συνεχίζει να μας κατατρώει η ατελείωτη οικονομική δυσπραγία, θες άλλες υποχρεώσεις;

Ε! δεν βγήκα αρκετά έξω…

Έτσι πριν από λίγες ημέρες αποφάσισα να μετακινηθώ στην γειτονιά, βγαίνοντας έξω από την καθημερινή μου διαδρομή, στρίβοντας προς τον μικρό λόφο δεξιά, πίσω από την σειρά των παλιών κατοικιών του οικισμού.

Ο δρόμος δύσκολος από τη μεγάλη νεροποντή των προηγούμενων ημερών.

Με τα νερά της καταιγίδας και τα αυλάκια, η φύση έκανε την γλυπτική της.

Ευτυχώς κατάφερα να οδηγήσω ως το πλάτωμα με τα παλιά έρημα παρατημένα κι άσπαρτα χωράφια. Έσβησα τον κινητήρα.

Κατέβηκα, έστριψα ένα τσιγάρο, πήρα και τον καφέ που ταλαιπωρούσα από το πρωί, βρήκα ένα σκάμμα, κι έστρωσα την «έδρα» μου που θα έλεγε και ο Ζουράρις.

Είχα ξεχάσει τον ήχο που κάνει ο άνεμος περνώντας μέσα από τις λεύκες, είχα ξεχάσει την μυρωδιά των πεύκων, είχα ξεχάσει την αίσθηση των γυμνών ποδιών πάνω στο φρέσκο χορτάρι, είχα ξεχάσει τον ήχο της ησυχίας, είχα ξεχάσει το ελαφρύ, σχεδόν αδέξιο πέταγμα της πεταλούδας και το απειλητικό και θορυβώδες, αντίστοιχα, των μελισσών.

Είχα ξεχάσει την καθαριότητα ενός ανέγγιχτου εδώ και χρόνια τοπίου αλλά και την καθαρότητα και την ηρεμία πνεύματος που προσφέρει ένα μικρό ξέφωτο δυο βήματα από το σπίτι.

Είχα ξεχάσει την περισυλλογή χωρίς όνειρα και χωρίς αύριο, την κουβέντα με τα σώψυχά μου.

Είχα ξεχάσει ακόμη και την σωματική ευφορία καθώς ακουμπάς ήρεμος την πλάτη στο χορτάρι χαζεύοντας τους θύσανους του ουρανού να ταξιδεύουν το αιώνιο, αέναο ταξίδι τους μέσα σε μια καθαρή ανοιξιάτικη μέρα.

Είχα ξεχάσει πολλά.

Είχα ξεχάσει τη θέα του χιονισμένου ακόμα Ολύμπου απέναντι και την απαστράπτουσα λιμνοθάλασσα του Καλοχωρίου μέσα στο απογευματιάτικο φως. Είχα ξεχάσει ακόμα και το φως σε τούτη την ξεχασμένη γωνιά του κόσμου.

Είχα ξεχάσει και πώς τα αγριοράδικα σε τούτη την ανεμοδαρμένη πλαγιά αργούν να μεγαλώσουν και πως οι μαργαρίτες φωλιάζουν πρώτα στις μικρές προστατευμένες ηλιόλουστες εσοχές του γλυπτού του εδάφους και το πώς ξεγελιούνται οι αμυγδαλιές από τις πρώιμες ζέστες.

Ξέχασα ακόμα και το πως όταν κλείνεις τα μάτια, νιώθεις την θέρμη του ήλιου στο πρόσωπό σου και ακούς. Ακούς απερίσπαστος από την όραση. Ίσως να ακούσεις και τον παφλασμό της θάλασσας εκεί μακριά. Ίσως να ακούσεις και την ψυχή σου να κάνει βόλτα εδώ τριγύρω. Ίσως… αν είσαι αρκετά προσεκτικός!

Να είσαι αρκετά προσεκτικός για να φυλάξεις. Να φυλάξεις το όνειρό σου το μικρό, την αγάπη σου, την στιγμή αυτή. Χώρια ίσως από τους θορυβώδεις και αχόρταγους ανθρώπους και τους κυνικούς.

Εκεί, ξαπλωμένος στο φρέσκο αγριόχορτο, ενός παρατημένου άσπαρτου χωραφιού, χαζεύοντας τους θύσανους στο αέναο, αιώνιο ταξίδι τους μέσα σε μια καθαρή ανοιξιάτικη ημέρα…